巻まき込こむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυλίγω, περιτυλίγω, συμπαρασύρω, απορροφώ
  2. 02 εμπλέκω, αναμειγνύω, παρασύρω

Παραδείγματα

  • 風かぜがカーテンを巻き込むまきこむ。

    Ο αέρας τυλίγει την κουρτίνα.

  • 彼かれは思おもいがけず、その事件じけんに巻き込まれてまきこまれてしまった。

    Αναπάντεχα, βρέθηκε μπλεγμένος στην υπόθεση αυτή.

  • 私わたしは彼かれらの人間関係にんげんかんけいの問題もんだいに巻き込まれたくまきこまれたくなかったが、最終的さいしゅうてきに相談そうだんにのることになってしまった。

    Δεν ήθελα να αναμιχθώ στα προσωπικά τους προβλήματα, αλλά στο τέλος αναγκάστηκα να τους συμβουλέψω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
巻き込む
Παρόν (ευγενικό)
巻き込みます
Άρνηση (απλή)
巻き込まない
Άρνηση (ευγενική)
巻き込みません
Παρελθόν (απλό)
巻き込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
巻き込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
巻き込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
巻き込みませんでした
Τε-μορφή
巻き込んで
Δυνητική
巻き込める
Προστακτική
巻き込め
Βουλητική
巻き込もう
Υποθετική (ば)
巻き込めば