きょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάδοση (π.χ. μιας θρησκείας), προσηλυτισμός, ιεραποστολικό έργο

Κλίση

Παρόν (απλό)
布教する
Παρόν (ευγενικό)
布教します
Άρνηση (απλή)
布教しない
Άρνηση (ευγενική)
布教しません
Παρελθόν (απλό)
布教した
Παρελθόν (ευγενικό)
布教しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
布教しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
布教しませんでした
Τε-μορφή
布教して
Δυνητική
布教できる
Προστακτική
布教しろ
Βουλητική
布教しよう
Υποθετική (ば)
布教すれば