布施
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ελεημοσύνη, φιλανθρωπία
- 02 προσφορά (συνήθως χρηματική) σε ιερέα (για την ανάγνωση σούτρα κ.ά.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 布施する
- Παρόν (ευγενικό)
- 布施します
- Άρνηση (απλή)
- 布施しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 布施しません
- Παρελθόν (απλό)
- 布施した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 布施しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 布施しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 布施しませんでした
- Τε-μορφή
- 布施して
- Δυνητική
- 布施できる
- Προστακτική
- 布施しろ
- Βουλητική
- 布施しよう
- Υποθετική (ば)
- 布施すれば
- Υποθετική (たら)
- 布施したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 布施したい
- Απαγορευτική (~な)
- 布施するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 布施しなさい
- Παθητική
- 布施される
- Αιτιατική
- 布施させる