ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάταξη, τακτοποίηση
  2. 02 ομαδοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
布置する
Παρόν (ευγενικό)
布置します
Άρνηση (απλή)
布置しない
Άρνηση (ευγενική)
布置しません
Παρελθόν (απλό)
布置した
Παρελθόν (ευγενικό)
布置しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
布置しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
布置しませんでした
Τε-μορφή
布置して
Δυνητική
布置できる
Προστακτική
布置しろ
Βουλητική
布置しよう
Υποθετική (ば)
布置すれば