あお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θεωρώ κάποιον δάσκαλό μου, αναγνωρίζω κάποιον ως μέντορά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
師と仰ぐ
Παρόν (ευγενικό)
師と仰ぎます
Άρνηση (απλή)
師と仰がない
Άρνηση (ευγενική)
師と仰ぎません
Παρελθόν (απλό)
師と仰いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
師と仰ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
師と仰がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
師と仰ぎませんでした
Τε-μορφή
師と仰いで
Δυνητική
師と仰げる
Προστακτική
師と仰げ
Βουλητική
師と仰ごう
Υποθετική (ば)
師と仰げば