せき

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποχωρώ θυμωμένα (από μια αίθουσα κ.λπ.), φεύγω οργισμένα

Κλίση

Παρόν (απλό)
席を蹴る
Παρόν (ευγενικό)
席を蹴ります
Άρνηση (απλή)
席を蹴らない
Άρνηση (ευγενική)
席を蹴りません
Παρελθόν (απλό)
席を蹴った
Παρελθόν (ευγενικό)
席を蹴りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
席を蹴らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
席を蹴りませんでした
Τε-μορφή
席を蹴って
Δυνητική
席を蹴れる
Προστακτική
席を蹴れ
Βουλητική
席を蹴ろう
Υποθετική (ば)
席を蹴れば