たいしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έξοδος, απομάκρυνση (π.χ. βιβλίου από βιβλιοθήκη), δανεισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
帯出する
Παρόν (ευγενικό)
帯出します
Άρνηση (απλή)
帯出しない
Άρνηση (ευγενική)
帯出しません
Παρελθόν (απλό)
帯出した
Παρελθόν (ευγενικό)
帯出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
帯出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
帯出しませんでした
Τε-μορφή
帯出して
Δυνητική
帯出できる
Προστακτική
帯出しろ
Βουλητική
帯出しよう
Υποθετική (ば)
帯出すれば