きゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άδεια, αναρρωτική ή τιμητική άδεια
  2. 02 προσωρινή απόλυση

Κλίση

Παρόν (απλό)
帰休する
Παρόν (ευγενικό)
帰休します
Άρνηση (απλή)
帰休しない
Άρνηση (ευγενική)
帰休しません
Παρελθόν (απλό)
帰休した
Παρελθόν (ευγενικό)
帰休しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
帰休しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
帰休しませんでした
Τε-μορφή
帰休して
Δυνητική
帰休できる
Προστακτική
帰休しろ
Βουλητική
帰休しよう
Υποθετική (ば)
帰休すれば