帰化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πολιτογράφηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 帰化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 帰化します
- Άρνηση (απλή)
- 帰化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 帰化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 帰化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 帰化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 帰化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 帰化しませんでした
- Τε-μορφή
- 帰化して
- Δυνητική
- 帰化できる
- Προστακτική
- 帰化しろ
- Βουλητική
- 帰化しよう
- Υποθετική (ば)
- 帰化すれば
- Υποθετική (たら)
- 帰化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 帰化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 帰化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 帰化しなさい
- Παθητική
- 帰化される
- Αιτιατική
- 帰化させる