てん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θάνατος χριστιανού (στον καθολικισμό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
帰天する
Παρόν (ευγενικό)
帰天します
Άρνηση (απλή)
帰天しない
Άρνηση (ευγενική)
帰天しません
Παρελθόν (απλό)
帰天した
Παρελθόν (ευγενικό)
帰天しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
帰天しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
帰天しませんでした
Τε-μορφή
帰天して
Δυνητική
帰天できる
Προστακτική
帰天しろ
Βουλητική
帰天しよう
Υποθετική (ば)
帰天すれば