帰室
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιστροφή στο δωμάτιο κάποιου (σε νοσοκομείο, π.χ. μετά από χειρουργική επέμβαση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 帰室する
- Παρόν (ευγενικό)
- 帰室します
- Άρνηση (απλή)
- 帰室しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 帰室しません
- Παρελθόν (απλό)
- 帰室した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 帰室しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 帰室しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 帰室しませんでした
- Τε-μορφή
- 帰室して
- Δυνητική
- 帰室できる
- Προστακτική
- 帰室しろ
- Βουλητική
- 帰室しよう
- Υποθετική (ば)
- 帰室すれば
- Υποθετική (たら)
- 帰室したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 帰室したい
- Απαγορευτική (~な)
- 帰室するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 帰室しなさい
- Παθητική
- 帰室される
- Αιτιατική
- 帰室させる