ぞく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπαγωγή, απόδοση, καταλογισμός, κατοχή, δικαιοδοσία
  2. 02 επανερχομός, επιστροφή, αποκατάσταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
帰属する
Παρόν (ευγενικό)
帰属します
Άρνηση (απλή)
帰属しない
Άρνηση (ευγενική)
帰属しません
Παρελθόν (απλό)
帰属した
Παρελθόν (ευγενικό)
帰属しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
帰属しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
帰属しませんでした
Τε-μορφή
帰属して
Δυνητική
帰属できる
Προστακτική
帰属しろ
Βουλητική
帰属しよう
Υποθετική (ば)
帰属すれば