ちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιστροφή από το εξωτερικό, γυρισμός στην πατρίδα (Ιαπωνία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
帰朝する
Παρόν (ευγενικό)
帰朝します
Άρνηση (απλή)
帰朝しない
Άρνηση (ευγενική)
帰朝しません
Παρελθόν (απλό)
帰朝した
Παρελθόν (ευγενικό)
帰朝しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
帰朝しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
帰朝しませんでした
Τε-μορφή
帰朝して
Δυνητική
帰朝できる
Προστακτική
帰朝しろ
Βουλητική
帰朝しよう
Υποθετική (ば)
帰朝すれば