ちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιστροφή, άφιξη στο σπίτι
  2. 02 συμπέρασμα
  3. 03 αναγωγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
帰着する
Παρόν (ευγενικό)
帰着します
Άρνηση (απλή)
帰着しない
Άρνηση (ευγενική)
帰着しません
Παρελθόν (απλό)
帰着した
Παρελθόν (ευγενικό)
帰着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
帰着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
帰着しませんでした
Τε-μορφή
帰着して
Δυνητική
帰着できる
Προστακτική
帰着しろ
Βουλητική
帰着しよう
Υποθετική (ば)
帰着すれば