けつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνέπεια, αποτέλεσμα, συμπέρασμα
  2. 02 απόδοση

Κλίση

Παρόν (απλό)
帰結する
Παρόν (ευγενικό)
帰結します
Άρνηση (απλή)
帰結しない
Άρνηση (ευγενική)
帰結しません
Παρελθόν (απλό)
帰結した
Παρελθόν (ευγενικό)
帰結しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
帰結しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
帰結しませんでした
Τε-μορφή
帰結して
Δυνητική
帰結できる
Προστακτική
帰結しろ
Βουλητική
帰結しよう
Υποθετική (ば)
帰結すれば