帰館きかん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιστροφή στην κατοικία κάποιου, επιστροφή στα καταλύματά κάποιου
  2. 02 χιουμοριστικό επιστροφή στο σπίτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
帰館する
Παρόν (ευγενικό)
帰館します
Άρνηση (απλή)
帰館しない
Άρνηση (ευγενική)
帰館しません
Παρελθόν (απλό)
帰館した
Παρελθόν (ευγενικό)
帰館しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
帰館しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
帰館しませんでした
Τε-μορφή
帰館して
Δυνητική
帰館できる
Προστακτική
帰館しろ
Βουλητική
帰館しよう
Υποθετική (ば)
帰館すれば