帳付け
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τήρηση βιβλίων, λογιστής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 帳付けする
- Παρόν (ευγενικό)
- 帳付けします
- Άρνηση (απλή)
- 帳付けしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 帳付けしません
- Παρελθόν (απλό)
- 帳付けした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 帳付けしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 帳付けしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 帳付けしませんでした
- Τε-μορφή
- 帳付けして
- Δυνητική
- 帳付けできる
- Προστακτική
- 帳付けしろ
- Βουλητική
- 帳付けしよう
- Υποθετική (ば)
- 帳付けすれば
- Υποθετική (たら)
- 帳付けしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 帳付けしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 帳付けするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 帳付けしなさい
- Παθητική
- 帳付けされる
- Αιτιατική
- 帳付けさせる