ちょうじりわせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ισοσκελίζω τους λογαριασμούς
  2. 02 εναρμονίζω, καθιστώ συνεκτικό

Κλίση

Παρόν (απλό)
帳尻を合わせる
Παρόν (ευγενικό)
帳尻を合わせます
Άρνηση (απλή)
帳尻を合わせない
Άρνηση (ευγενική)
帳尻を合わせません
Παρελθόν (απλό)
帳尻を合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
帳尻を合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
帳尻を合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
帳尻を合わせませんでした
Τε-μορφή
帳尻を合わせて
Δυνητική
帳尻を合わせられる
Προστακτική
帳尻を合わせろ
Βουλητική
帳尻を合わせよう
Υποθετική (ば)
帳尻を合わせれば