じょうじゅう

επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πάντα, συνεχώς, αιώνια
  2. 02 σταθερότητα, αιωνιότητα
  3. 03 μόνιμη κατοικία

Κλίση

Παρόν (απλό)
常住する
Παρόν (ευγενικό)
常住します
Άρνηση (απλή)
常住しない
Άρνηση (ευγενική)
常住しません
Παρελθόν (απλό)
常住した
Παρελθόν (ευγενικό)
常住しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
常住しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
常住しませんでした
Τε-μορφή
常住して
Δυνητική
常住できる
Προστακτική
常住しろ
Βουλητική
常住しよう
Υποθετική (ば)
常住すれば