じょういっする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρεκκλίνω από τα καθιερωμένα, ξεφεύγω από τα λογικά πλαίσια, συμπεριφέρομαι εκκεντρικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
常軌を逸する
Παρόν (ευγενικό)
常軌を逸します
Άρνηση (απλή)
常軌を逸しない
Άρνηση (ευγενική)
常軌を逸しません
Παρελθόν (απλό)
常軌を逸した
Παρελθόν (ευγενικό)
常軌を逸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
常軌を逸しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
常軌を逸しませんでした
Τε-μορφή
常軌を逸して
Δυνητική
常軌を逸できる
Προστακτική
常軌を逸しろ
Βουλητική
常軌を逸しよう
Υποθετική (ば)
常軌を逸すれば