幅を利かす
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιβάλλω το κύρος μου, ασκώ την εξουσία μου, κάνω αισθητή την παρουσία μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 幅を利かす
- Παρόν (ευγενικό)
- 幅を利かします
- Άρνηση (απλή)
- 幅を利かさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 幅を利かしません
- Παρελθόν (απλό)
- 幅を利かした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 幅を利かしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 幅を利かさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 幅を利かしませんでした
- Τε-μορφή
- 幅を利かして
- Δυνητική
- 幅を利かせる
- Προστακτική
- 幅を利かせ
- Βουλητική
- 幅を利かそう
- Υποθετική (ば)
- 幅を利かせば
- Υποθετική (たら)
- 幅を利かしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 幅を利かしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 幅を利かすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 幅を利かしなさい
- Παθητική
- 幅を利かされる
- Αιτιατική
- 幅を利かさせる