はば

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταλαμβάνω πολύ χώρο
  2. 02 επιβάλλω το κύρος μου, ασκώ την εξουσία μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
幅を取る
Παρόν (ευγενικό)
幅を取ります
Άρνηση (απλή)
幅を取らない
Άρνηση (ευγενική)
幅を取りません
Παρελθόν (απλό)
幅を取った
Παρελθόν (ευγενικό)
幅を取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
幅を取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
幅を取りませんでした
Τε-μορφή
幅を取って
Δυνητική
幅を取れる
Προστακτική
幅を取れ
Βουλητική
幅を取ろう
Υποθετική (ば)
幅を取れば