幕が切って落とされる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός αρχίζω μεγαλειωδώς, ξεκινώ με πάταγο, κάνω μια εντυπωσιακή αρχή, ανοίγω διάπλατα την αυλαία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 幕が切って落とされる
- Παρόν (ευγενικό)
- 幕が切って落とされます
- Άρνηση (απλή)
- 幕が切って落とされない
- Άρνηση (ευγενική)
- 幕が切って落とされません
- Παρελθόν (απλό)
- 幕が切って落とされた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 幕が切って落とされました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 幕が切って落とされなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 幕が切って落とされませんでした
- Τε-μορφή
- 幕が切って落とされて
- Δυνητική
- 幕が切って落とされられる
- Προστακτική
- 幕が切って落とされろ
- Βουλητική
- 幕が切って落とされよう
- Υποθετική (ば)
- 幕が切って落とされれば
- Υποθετική (たら)
- 幕が切って落とされたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 幕が切って落とされたい
- Απαγορευτική (~な)
- 幕が切って落とされるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 幕が切って落とされなさい
- Παθητική
- 幕が切って落とされられる
- Αιτιατική
- 幕が切って落とされさせる