まく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεκινώ (π.χ. μια σκηνή, έναν πόλεμο κ.λπ.)
  2. 02 τελειώνω (π.χ. ένα θεατρικό έργο, ένα επεισόδιο, μια εκδήλωση κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
幕を切る
Παρόν (ευγενικό)
幕を切ります
Άρνηση (απλή)
幕を切らない
Άρνηση (ευγενική)
幕を切りません
Παρελθόν (απλό)
幕を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
幕を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
幕を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
幕を切りませんでした
Τε-μορφή
幕を切って
Δυνητική
幕を切れる
Προστακτική
幕を切れ
Βουλητική
幕を切ろう
Υποθετική (ば)
幕を切れば