からびる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεραίνομαι, αφυδατώνομαι, στεγνώνω εντελώς
  2. 02 μαραίνομαι (για ταλέντα, συναισθήματα κ.λπ.), στερεύω (π.χ. από ιδέες)

Κλίση

Παρόν (απλό)
干からびる
Παρόν (ευγενικό)
干からびます
Άρνηση (απλή)
干からびない
Άρνηση (ευγενική)
干からびません
Παρελθόν (απλό)
干からびた
Παρελθόν (ευγενικό)
干からびました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
干からびなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
干からびませんでした
Τε-μορφή
干からびて
Δυνητική
干からびられる
Προστακτική
干からびろ
Βουλητική
干からびよう
Υποθετική (ば)
干からびれば