干かん渉しょう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρέμβαση, ανάμιξη

Παραδείγματα

  • 彼かれは干渉かんしょうしない。

    Αυτός δεν ανακατεύεται.

  • 私わたしの問題もんだいに干渉かんしょうしないでください。

    Μην ανακατεύεστε στα προβλήματά μου, παρακαλώ.

  • 他国たこくの内政ないせいに干渉かんしょうすることは、国際こくさい関係かんけいにおいて避さけるべきだと考かんがえられています。

    Θεωρείται ότι η παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών πρέπει να αποφεύγεται στις διεθνείς σχέσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
干渉する
Παρόν (ευγενικό)
干渉します
Άρνηση (απλή)
干渉しない
Άρνηση (ευγενική)
干渉しません
Παρελθόν (απλό)
干渉した
Παρελθόν (ευγενικό)
干渉しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
干渉しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
干渉しませんでした
Τε-μορφή
干渉して
Δυνητική
干渉できる
Προστακτική
干渉しろ
Βουλητική
干渉しよう
Υποθετική (ば)
干渉すれば