ひらべったい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίπεδος, ισόπεδος, ομαλός

Κλίση

Παρόν (απλό)
平べったい
Παρόν (ευγενικό)
平べったいです
Άρνηση (απλή)
平べったくない
Άρνηση (ευγενική)
平べったくないです
Παρελθόν (απλό)
平べったかった
Παρελθόν (ευγενικό)
平べったかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
平べったくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
平べったくなかったです
Τε-μορφή
平べったくて
Υποθετική (ば)
平べったければ