たいらぐ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταστέλλομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
平らぐ
Παρόν (ευγενικό)
平らぎます
Άρνηση (απλή)
平らがない
Άρνηση (ευγενική)
平らぎません
Παρελθόν (απλό)
平らいだ
Παρελθόν (ευγενικό)
平らぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
平らがなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
平らぎませんでした
Τε-μορφή
平らいで
Δυνητική
平らげる
Προστακτική
平らげ
Βουλητική
平らごう
Υποθετική (ば)
平らげば