平らげる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταβροχθίζω, τρώω τα πάντα
- 02 καταστέλλω (εξέγερση), υποτάσσω
- 03 αρχαϊκό ισοπεδώνω, λειαίνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 平らげる
- Παρόν (ευγενικό)
- 平らげます
- Άρνηση (απλή)
- 平らげない
- Άρνηση (ευγενική)
- 平らげません
- Παρελθόν (απλό)
- 平らげた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 平らげました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 平らげなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 平らげませんでした
- Τε-μορφή
- 平らげて
- Δυνητική
- 平らげられる
- Προστακτική
- 平らげろ
- Βουλητική
- 平らげよう
- Υποθετική (ば)
- 平らげれば
- Υποθετική (たら)
- 平らげたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 平らげたい
- Απαγορευτική (~な)
- 平らげるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 平らげなさい
- Παθητική
- 平らげられる
- Αιτιατική
- 平らげさせる