平定
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταστολή (εξέγερσης, εμφυλίου πολέμου κ.λπ.), αποκατάσταση της έννομης τάξης, υποταγή, κατάκτηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 平定する
- Παρόν (ευγενικό)
- 平定します
- Άρνηση (απλή)
- 平定しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 平定しません
- Παρελθόν (απλό)
- 平定した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 平定しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 平定しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 平定しませんでした
- Τε-μορφή
- 平定して
- Δυνητική
- 平定できる
- Προστακτική
- 平定しろ
- Βουλητική
- 平定しよう
- Υποθετική (ば)
- 平定すれば
- Υποθετική (たら)
- 平定したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 平定したい
- Απαγορευτική (~な)
- 平定するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 平定しなさい
- Παθητική
- 平定される
- Αιτιατική
- 平定させる