平更
επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχαϊκό επίμονα, με όλη μου τη δύναμη, οπωσδήποτε
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχαϊκό στο καλό (π.χ. τι στο καλό;), στον κόσμο (π.χ. γιατί στον κόσμο;), διάβολε (π.χ. ποιος διάβολε;)