平へい然ぜん

άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ήρεμος, ψύχραιμος, ατάραχος, γαλήνιος

Παραδείγματα

  • 彼かれは平然へいぜんとしている。

    Είναι ήρεμος.

  • どんな時ときでも、彼かれは平然へいぜんとした顔かおをしている。

    Ό,τι και να συμβαίνει, κρατάει την ψυχραιμία του.

  • 予期よきせぬ事態じたいに直面ちょくめんしても、彼かれは平然へいぜんと対処たいしょした。

    Ακόμα και όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με μια απρόβλεπτη κατάσταση, διατήρησε την ψυχραιμία του και την αντιμετώπισε.