ひら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στοίβαγμα επίπεδα και με την όψη προς τα πάνω (περιοδικά, βιβλία, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
平積みする
Παρόν (ευγενικό)
平積みします
Άρνηση (απλή)
平積みしない
Άρνηση (ευγενική)
平積みしません
Παρελθόν (απλό)
平積みした
Παρελθόν (ευγενικό)
平積みしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
平積みしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
平積みしませんでした
Τε-μορφή
平積みして
Δυνητική
平積みできる
Προστακτική
平積みしろ
Βουλητική
平積みしよう
Υποθετική (ば)
平積みすれば