へいこうどう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετατόπιση, μεταφορά, παράλληλη μετατόπιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
平行移動する
Παρόν (ευγενικό)
平行移動します
Άρνηση (απλή)
平行移動しない
Άρνηση (ευγενική)
平行移動しません
Παρελθόν (απλό)
平行移動した
Παρελθόν (ευγενικό)
平行移動しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
平行移動しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
平行移動しませんでした
Τε-μορφή
平行移動して
Δυνητική
平行移動できる
Προστακτική
平行移動しろ
Βουλητική
平行移動しよう
Υποθετική (ば)
平行移動すれば