平行
ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 παραλληλία, παράλληλη πορεία (προς, με)
- 02 ταυτόχρονη λειτουργία, σύμπτωση γεγονότων, συμπόρευση
- 03 αδυναμία επίτευξης συμφωνίας (π.χ. σε μια συζήτηση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 平行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 平行します
- Άρνηση (απλή)
- 平行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 平行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 平行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 平行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 平行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 平行しませんでした
- Τε-μορφή
- 平行して
- Δυνητική
- 平行できる
- Προστακτική
- 平行しろ
- Βουλητική
- 平行しよう
- Υποθετική (ば)
- 平行すれば
- Υποθετική (たら)
- 平行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 平行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 平行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 平行しなさい
- Παθητική
- 平行される
- Αιτιατική
- 平行させる