年が明ける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ねんがあける
- 01 ξεκινά η νέα χρονιά, αρχίζει το νέο έτος
- 02 ολοκληρώνομαι (για παράδειγμα, μαθητεία, θητεία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 年が明ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 年が明けます
- Άρνηση (απλή)
- 年が明けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 年が明けません
- Παρελθόν (απλό)
- 年が明けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 年が明けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 年が明けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 年が明けませんでした
- Τε-μορφή
- 年が明けて
- Δυνητική
- 年が明けられる
- Προστακτική
- 年が明けろ
- Βουλητική
- 年が明けよう
- Υποθετική (ば)
- 年が明ければ
- Υποθετική (たら)
- 年が明けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 年が明けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 年が明けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 年が明けなさい
- Παθητική
- 年が明けられる
- Αιτιατική
- 年が明けさせる