Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
年のいった
としのいった
年
年
とし
のいった
άλλο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
μεγάλος σε ηλικία (άνθρωπος), ηλικιωμένος