年をとる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γερνώ, παλιώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 年をとる
- Παρόν (ευγενικό)
- 年をとります
- Άρνηση (απλή)
- 年をとらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 年をとりません
- Παρελθόν (απλό)
- 年をとった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 年をとりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 年をとらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 年をとりませんでした
- Τε-μορφή
- 年をとって
- Δυνητική
- 年をとれる
- Προστακτική
- 年をとれ
- Βουλητική
- 年をとろう
- Υποθετική (ば)
- 年をとれば
- Υποθετική (たら)
- 年をとったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 年をとりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 年をとるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 年をとりなさい
- Παθητική
- 年をとられる
- Αιτιατική
- 年をとらせる