としひろ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γηράσκω, μεγαλώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
年を拾う
Παρόν (ευγενικό)
年を拾います
Άρνηση (απλή)
年を拾わない
Άρνηση (ευγενική)
年を拾いません
Παρελθόν (απλό)
年を拾った
Παρελθόν (ευγενικό)
年を拾いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
年を拾わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
年を拾いませんでした
Τε-μορφή
年を拾って
Δυνητική
年を拾える
Προστακτική
年を拾え
Βουλητική
年を拾おう
Υποθετική (ば)
年を拾えば