ねんはい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκτώ εμπειρία (μετά από πολυετή εξάσκηση)
  2. 02 παλιώνω (από την πολυκαιρία), δείχνω τα χρόνια μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
年季が入る
Παρόν (ευγενικό)
年季が入ります
Άρνηση (απλή)
年季が入らない
Άρνηση (ευγενική)
年季が入りません
Παρελθόν (απλό)
年季が入った
Παρελθόν (ευγενικό)
年季が入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
年季が入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
年季が入りませんでした
Τε-μορφή
年季が入って
Δυνητική
年季が入れる
Προστακτική
年季が入れ
Βουλητική
年季が入ろう
Υποθετική (ば)
年季が入れば