年とし寄より

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευαίσθητο ηλικιωμένος, γέρος, άτομο τρίτης ηλικίας
  2. 02 έφορος της Ένωσης Σούμο της Ιαπωνίας, συνταξιούχος παλαιστής υψηλού βαθμού που έχει άδεια να προπονεί και λαμβάνει σύνταξη
  3. 03 ανώτερος πολιτικός (της διοίκησης Τοκουγκάβα)
  4. 04 σημαντικός τοπικός αξιωματούχος (επί της διοίκησης Τοκουγκάβα)

Παραδείγματα

  • あの年寄としよりは元気げんきです。

    Εκείνος ο ηλικιωμένος είναι γερός.

  • 年寄としよりに席せきを譲ゆずるのは大切たいせつなことです。

    Είναι σημαντικό να παραχωρούμε τη θέση μας στους ηλικιωμένους.

  • 最近さいきんでは、年寄としよりが若者わかものにも負まけないくらい活発かっぱつに活動かつどうしているケースが増ふえていますね。

    Τελευταία, βλέπουμε όλο και περισσότερες περιπτώσεις όπου οι ηλικιωμένοι είναι τόσο δραστήριοι όσο και οι νέοι, έτσι δεν είναι;