としける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ο καινούργιος χρόνος ανατέλλει

Κλίση

Παρόν (απλό)
年明ける
Παρόν (ευγενικό)
年明けます
Άρνηση (απλή)
年明けない
Άρνηση (ευγενική)
年明けません
Παρελθόν (απλό)
年明けた
Παρελθόν (ευγενικό)
年明けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
年明けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
年明けませんでした
Τε-μορφή
年明けて
Δυνητική
年明けられる
Προστακτική
年明けろ
Βουλητική
年明けよう
Υποθετική (ば)
年明ければ