年端もいかない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 νήπιος, πολύ μικρός σε ηλικία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 年端もいかない
- Παρόν (ευγενικό)
- 年端もいかないです
- Άρνηση (απλή)
- 年端もいかなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 年端もいかなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 年端もいかなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 年端もいかなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 年端もいかなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 年端もいかなくなかったです
- Τε-μορφή
- 年端もいかなくて
- Υποθετική (ば)
- 年端もいかなければ
- Υποθετική (たら)
- 年端もいかなかったら