しあわ

ουσιαστικό, επίθετο | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευτυχία, καλή τύχη, τύχη, ευλογία

Παραδείγματα

  • わたししあわです

    Είμαι ευτυχισμένος/η.

  • 家族かぞくすごごす時間じかんわたしにとって一番いちばんしあわです

    Ο χρόνος που περνάω με την οικογένειά μου είναι η μεγαλύτερη ευτυχία για μένα.

  • ちいさなことにも感謝かんしゃできるこころつことが、しんしあわつながるのだと最近さいきんつくづくかんじる。

    Τον τελευταίο καιρό νιώθω έντονα ότι το να έχεις την καρδιά να εκτιμάς και τα μικρά πράγματα οδηγεί στην αληθινή ευτυχία.