しあわせにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω κάποιον ευτυχισμένο

Παραδείγματα

  • わたしはあなたをしあわせにする

    Θα σε κάνω ευτυχισμένο/η.

  • かれしあわせにするために、わたし一生懸命いっしょうけんめいはたらきます。

    Για να τον κάνω ευτυχισμένο, θα δουλέψω σκληρά.

  • 大切たいせつひとしあわせにするのは、人生じんせいもっととうといことのひとつだとわたししんじています。

    Πιστεύω ότι το να κάνεις τους αγαπημένους σου ευτυχισμένους είναι ένα από τα πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
幸せにする
Παρόν (ευγενικό)
幸せにします
Άρνηση (απλή)
幸せにしない
Άρνηση (ευγενική)
幸せにしません
Παρελθόν (απλό)
幸せにした
Παρελθόν (ευγενικό)
幸せにしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
幸せにしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
幸せにしませんでした
Τε-μορφή
幸せにして
Δυνητική
幸せにできる
Προστακτική
幸せにしろ
Βουλητική
幸せにしよう
Υποθετική (ば)
幸せにすれば