幸こう福ふく

ουσιαστικό, επίθετο | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευτυχία, ευζωία, χαρά, ευημερία, μακαριότητα

Παραδείγματα

  • 幸福こうふくになりたいです。

    Θέλω να είμαι ευτυχισμένος/η.

  • 幸福こうふくはとても大切たいせつです。

    Η ευτυχία είναι πολύ σημαντική.

  • 本当ほんとうの幸福こうふくは、お金かねではなく、穏おだやかな毎日まいにちを送おくることだと私わたしは思おもいます。

    Πιστεύω ότι η πραγματική ευτυχία δεν είναι τα χρήματα, αλλά το να ζεις μια ήρεμη καθημερινότητα.