幹事
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γραμματέας, συντονιστής, οργανωτής, υπεύθυνος διοργάνωσης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 幹事する
- Παρόν (ευγενικό)
- 幹事します
- Άρνηση (απλή)
- 幹事しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 幹事しません
- Παρελθόν (απλό)
- 幹事した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 幹事しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 幹事しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 幹事しませんでした
- Τε-μορφή
- 幹事して
- Δυνητική
- 幹事できる
- Προστακτική
- 幹事しろ
- Βουλητική
- 幹事しよう
- Υποθετική (ば)
- 幹事すれば
- Υποθετική (たら)
- 幹事したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 幹事したい
- Απαγορευτική (~な)
- 幹事するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 幹事しなさい
- Παθητική
- 幹事される
- Αιτιατική
- 幹事させる