幼おさない頃ころ

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σε μικρή ηλικία, όταν ήμουν παιδί, στα παιδικά μου χρόνια

Παραδείγματα

  • 幼おさない頃ころ、遊あそびました。

    Όταν ήμουν μικρός, έπαιζα.

  • 幼おさない頃ころの夢ゆめを覚おぼえています。

    Θυμάμαι τα παιδικά μου όνειρα.

  • 幼おさない頃ころに学まなんだことは、今いまでも私わたしの人生じんせいに役立やくだっています。

    Όσα έμαθα όταν ήμουν παιδί, μου είναι ακόμα χρήσιμα στη ζωή μου.