ようけいしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παιδομορφισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
幼形進化する
Παρόν (ευγενικό)
幼形進化します
Άρνηση (απλή)
幼形進化しない
Άρνηση (ευγενική)
幼形進化しません
Παρελθόν (απλό)
幼形進化した
Παρελθόν (ευγενικό)
幼形進化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
幼形進化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
幼形進化しませんでした
Τε-μορφή
幼形進化して
Δυνητική
幼形進化できる
Προστακτική
幼形進化しろ
Βουλητική
幼形進化しよう
Υποθετική (ば)
幼形進化すれば