ひろがる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαπλώνομαι, εκτείνομαι, φτάνω, γεμίζω (π.χ. έναν χώρο)

Παραδείγματα

  • そらひろがる

    Ο ουρανός απλώνεται.

  • うつくしい景色けしきまえひろがる

    Ένα όμορφο τοπίο απλώνεται μπροστά μου.

  • 部屋中へやじゅうにコーヒーのかおりが心地ここちよくひろがる

    Το άρωμα του καφέ απλώνεται ευχάριστα σε όλο το δωμάτιο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
広がる
Παρόν (ευγενικό)
広がります
Άρνηση (απλή)
広がらない
Άρνηση (ευγενική)
広がりません
Παρελθόν (απλό)
広がった
Παρελθόν (ευγενικό)
広がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
広がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
広がりませんでした
Τε-μορφή
広がって
Δυνητική
広がれる
Προστακτική
広がれ
Βουλητική
広がろう
Υποθετική (ば)
広がれば